ΕΠΙΣΧΕΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

ΕΠΙΣΧΕΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

‘Aρθρο του κ. MIΛTIAΔH K. ΛEONTAPH
Oικονομολόγου-Eργασιολόγου
Eπιστημονικού Συνεργάτη του περιοδικού «ΛOΓIΣTHΣ»

Δικαίωμα επίσχεσης κατά τον Α.Κ.

Το άρθρο 325 του Αστικού Κώδικα ορίζει το δικαίωμα της επίσχεσης, ως εξής: «Αν ο οφειλέτης έχει κατά το δανειστή ληξιπρόθεσμη αξίωση συναφή με την οφειλή του, έχει δικαίωμα, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο, να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής, ωσότου ο δανειστής εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει».

Δικαίωμα επίσχεσης εργασίας

Μέσα στα πλαίσια του άρθρου 325 Α.Κ. και κατ’ αναλογική εφαρμογή των διατάξεων αυτού, η νομολογία δέχθηκε ότι:
«Όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ’ εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, όσο δεν καταβάλλει δηλαδή τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά» (βλ. απόφαση Αρείου Πάγου 1153/2009 Τμ. Β2 και άλλες παλαιότερες Α.Π. 197/95, 516/83, αλλά και νεότερες Α.Π. 1502/2010 Τμ. Β1 κ.α.)

Πότε είναι νόμιμη η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας

Για να ασκήσει νόμιμα ο μισθωτός το δικαίωμα της επίσχεσης της εργασίας, πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:

1) Η σύμβαση εργασίας να είναι έγκυρη και να μην έχει λυθεί.

2) Η αξίωση του μισθωτού κατά του εργοδότη, να είναι ληξιπρόθεσμη, δηλαδή, απαιτητή και τέτοια είναι όταν έχει παρασχεθεί από τον μισθωτό η συμφωνηθείσα εργασία και ο εργοδότης δεν εκπληρώνει τη δική του υποχρέωση της καταβολής του οφειλόμενου μισθού. Η νομολογία δέχεται ως συνηθέστερες αξιώσεις για τις οποίες μπορεί ο μισθωτός να ασκήσει το δικαίωμα της επίσχεσης εργασίας:

α) Την αξίωση καταβολής δεδουλευμένων μισθών (Α.Π. 1502/2010 Τμ. Β1, Α.Π. 1209/1999).
β) Την αξίωση καταβολής οφειλομένων μισθών λόγω υπερημερίας του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας (Α.Π. 1264/86, Α.Π. 1288/2003).
γ) Την αξίωση καταβολής διαφοράς μισθών, γιατί κατεβλήθησαν, δηλαδή, μικρότερες των οφειλομένων αποδοχές (Α.Π. 1049/2007).
δ) Την αξίωση από μη καταβολή των επιδομάτων αδείας και εορτών Πάσχα – Χριστουγέννων ή αποδοχών αδείας του Α.Ν. 539/45, εν όλω ή εν μέρει (Α.Π. 1049/2007).

3) Η αξίωση του μισθωτού που ασκεί το δικαίωμα της επίσχεσης εργασίας να είναι συναφής με την οφειλή του, δηλαδή, να προέρχεται από την παρασχεθείσα εργασία του, όπως ευθύς ανωτέρω σημειώνεται.
Η νομολογία δέχεται και άλλες αξιώσεις του μισθωτού, για τις οποίες επιτρέπεται η άσκηση του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας, όπως τη λήψη αναγκαίων μέτρων υγιεινής και ασφάλειας στους χώρους εργασίας, το σεβασμό της προσωπικότητας του εργαζομένου από τον εργοδότη, τον εξαναγκασμό του εργοδότη να μη προχωρήσει σε μονομερή βλαπτική μεταβολή της σύμβασης εργασίας.
Δικαίωμα επίσχεσης εργασίας μπορεί να ασκήσει ο μισθωτός (όπως αναπτύχθηκε παραπάνω), τόσο στην περίπτωση που η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, που τον συνδέει με τον εργοδότη του, είναι αορίστου χρόνου, όσο και στην περίπτωση της σύμβασης ορισμένου χρόνου. Επίσης, και στην περίπτωση σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που σημειώνονται παραπάνω (Α.Π. 1561/2002 Τμ. Β1).

Μονομερής δήλωση του μισθωτού

Το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας ο μισθωτός ασκεί με μονομερή δήλωσή του προς τον εργοδότη. Η νομολογία έχει δεχθεί ότι αρκεί και προφορική δήλωση, όμως, επειδή συγχρόνως απαιτείται στη δήλωση αυτή ο μισθωτός να προσδιορίζει την αξίωσή του και να αναφέρει σαφώς ότι ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας, είναι προτιμότερη η γραπτή δήλωση για την αποφυγή αμφιβολιών και παρερμηνειών (Α.Π. 245/83, Εφ. Αθηνών 15364/88).

Το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 Α.Κ.

Κατά το σκεπτικό της υπ’ αριθ. 1153/2009 Τμ. Β2 απόφασης του Αρείου Πάγου, το δικαίωμα επισχέσεως της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ. Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη. Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών), ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη δυσπραγία του ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτόν περιστάσεις, ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα, ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη.
Όμοιο και το σκεπτικό της υπ’ αριθ. 1502/2010 Τμ. Β1 απόφασης του Αρείου Πάγου.

Συνέπειες της άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας

Οι συνέπειες της άσκησης του δικαιώματος της επίσχεσης της εργασίας εκ μέρους του μισθωτού, εφόσον είναι έγκυρη και για ολόκληρο το χρόνο που διαρκεί αυτή, έχουν ως εξής:

1) Ο μισθωτός δεν καθίσταται υπερήμερος ως προς την παροχή της εργασίας και άρα δικαιούται το μισθό του για όλο το χρονικό διάστημα της επίσχεσης.

2) Ο εργοδότης, αντίθετα, καθίσταται υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας του μισθωτού και συνεπώς οφείλει το μισθό, για όλο το χρόνο που διαρκεί η επίσχεση, χωρίς να απαιτείται να προηγηθεί πραγματική προσφορά της εργασίας (Α.Π. 1288/83, Α.Π. 1209/99).

Ο χρόνος της επίσχεσης εργασίας θεωρείται και λαμβάνεται υπ’ όψη ως χρόνος προϋπηρεσίας για τον υπολογισμό των νομίμων αποδοχών, του χρόνου διάρκειας της άδειας αναψυχής (Α.Ν. 539/45), του ύψους της αποζημίωσης σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας κλπ. Τούτο, γιατί, κατά τη διάρκεια της επίσχεσης, η εργασιακή σχέση παραμένει ενεργή (δεν λύεται ούτε αναστέλλεται). Επίσης, ο χρόνος της επίσχεσης συνυπολογίζεται για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, επειδή κατά το χρόνο αυτό υπάρχει κανονικά αμειβόμενη εργασία υποκείμενη σε ασφαλιστικές εισφορές (Γενικό έγγραφο Ι.Κ.Α. Σ40/75/2006 – ΔΕΝ 2007 σελ. 141

Επίσχεση εργασίας και καταγγελία σύμβασης εργασίας

Από το σκεπτικό της υπ’ αριθ. 1502/2010 Τμ. Β1 απόφασης του Αρείου Πάγου προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του μισθωτού, που ασκεί το δικαίωμα της επίσχεσης της εργασίας, είναι έγκυρη, εφόσον:

1) Η καταγγελία γίνει εγγράφως και καταβληθεί στο μισθωτό η νόμιμη αποζημίωση.

2) Εξοφληθούν συγχρόνως οι οφειλόμενες στον μισθωτό αποδοχές, για τις οποίες αυτός άσκησε το δικαίωμα της επίσχεσης της εργασίας, ώστε να αρθεί η εκ του λόγου τούτου υπερημερία του εργοδότη.

Ο εργοδότης, λοιπόν, έχει το δικαίωμα να απολύει τον μισθωτό κατά τη διάρκεια της επίσχεσης εργασίας, αλλά το δικαίωμά του υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 (Α.Π. 1412/86). Αν αποδειχθεί ότι η απόλυση ή τυχόν άλλη πειθαρχική ποινή που επιβλήθηκε στο μισθωτό, έγινε για λόγους εκδίκησης, επειδή αυτός άσκησε το δικαίωμα της επίσχεσης εργασίας, τότε η απόλυση και η επιβολή πειθαρχικής ποινής είναι καταχρηστικές (Α.Π. 205/87).

Επί άκυρης επίσχεσης εργασίας, ο μισθωτός καθίσταται υπερήμερος

Εάν το δικαίωμα της επίσχεσης της εργασίας ασκείται καταχρηστικώς και σε κάθε περίπτωση που αυτή κρίνεται άκυρη, ο μισθωτός καθίσταται υπερήμερος ως προς την παροχή της εργασίας του, γιατί απουσιάζει αδικαιολόγητα και συνεπώς δεν δικαιούται το μισθό, μπορεί δε να θεωρηθεί και ότι κατήγγειλε (ο μισθωτός) τη σύμβαση εργασίας (Α.Π. 1502/2010 Τμ. Β1, Α.Π. 1209/99).

Λήξη της επίσχεσης εργασίας

Η λήξη της επίσχεσης εργασίας, που άσκησε ο μισθωτός, λήγει με τους ακόλουθους τρόπους:

1) Με μονομερή δήλωση του μισθωτού.
2) Με συμφωνία των μερών για τη λήξη της.
3) Εάν ο εργοδότης ικανοποιήσει την αξίωση του μισθωτού για την οποία έγινε η επίσχεση και επί πλέον καταβάλει το μισθό του χρόνου επίσχεσης (Εφ. Θεσ/νίκης 611/95 – ΔΕΝ 1997, σελ. 1165, Εφ. Αθηνών 1136/99).

Σε κάθε περίπτωση ο μισθωτός διατηρεί στο ακέραιο τις αξιώσεις του τόσο για τα καθυστερούμενα ποσά αποδοχών, για τα οποία έγινε η επίσχεση, όσο και για τους οφειλόμενους μισθούς ολοκλήρου του διαστήματος που διάρκεσε η επίσχεση.
Αντίστοιχα, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση, αφενός να εξοφλήσει τις καθυστερούμενες στον ασκήσαντα την επίσχεση εργασίας μισθωτό και αφετέρου να του καταβάλει τις οφειλόμενες αποδοχές για το χρονικό διάστημα της επίσχεσης, σαν να εργάζονταν κανονικά (Εφετείου Θεσ/νίκης 611/1995).

ΠΗΓΗ: LOGISTIS.GR

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *