Ενδοομιλικές και συναλλαγές με Κύπρο και Βουλγαρία στο στόχαστρο του υπουργείου Οικονομικών

Του Γιώργου Δαλιάνη
www.artion.gr

Το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου “ρυθμίσεις για την επανεκκίνηση της οικονομίας” αποτελεί ένα από τα πρώτα δείγματα γραφής της νέας κυβέρνησης και του νομοθετικού έργου της επί φορολογικών θεμάτων.

Στο παρόν κείμενο θα εστιάσουμε στην 1η παράγραφο του άρθρου 21 του σχεδίου νόμου. Αίσθηση προκαλεί το γεγονός ότι δεν γίνεται καμία σχετική αναφορά στην αιτιολογική έκθεση, παρόλο που εφόσον ψηφιστεί χωρίς αλλαγές, θα αποτελέσει μία πολύ σημαντική παρέμβαση στον Κ.Φ.Ε..

Περιεκτικά το εν λόγω άρθρο, επιβάλει ως προϋπόθεση για την αναγνώριση ορισμένων δαπανών παρακράτηση ίση με το συντελεστή φόρου εισοδήματος για επιχειρηματική δραστηριότητα. Εφόσον όμως, εντός δωδεκαμήνου από τη συναλλαγή, ο φορολογούμενος αποδείξει ότι πρόκειται περί συνήθους συναλλαγής σε τρέχουσες τιμές αγοράς, θα επιστρέφεται αζημίως για το Δημόσιο ο παρακρατηθείς φόρος στο φορολογούμενο. Οι δαπάνες που περιλαμβάνονται στη διάταξη είναι:

1. όσες καταβάλλονται σε πρόσωπα που είναι φορολογικοί κάτοικοι μη συνεργάσιμων κρατών (π.χ. Offshore και χώρες που αναφέρονται σε ετήσια λίστα χωρών που δημοσιεύει το υπουργείο οικονομικών).

2. όσες καταβάλλονται σε πρόσωπα κρατών με προνομιακό φορολογικό καθεστώς (π.χ. Κύπρος, Βουλγαρία, Ιρλανδία)

3. δαπάνες με συνδεδεμένα πρόσωπα χωρίς η συνδεόμενη εταιρεία να έχει συμμορφωθεί πριν τη διενέργεια της συναλλαγής ή την έκδοση του παραστατικού με τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται από τον Κώδικα Φορολογικών Διαδικασιών (άρθρο 21 του ν. 4174/2013). Δηλαδή περιφραστικά, δεν τηρεί φάκελο τεκμηρίωσης ενδοομιλικών συναλλαγών.

4. δεν διαθέτει στην έδρα της ή σε συνδεδεμένη επιχείρηση την απαιτούμενη οργάνωση και υποδομή για τη διενέργεια – κατ’ επάγγελμα- ομοειδών συναλλαγών, κατά συνήθεια και επάγγελμα με τη συναλλαγή για την οποία εκδόθηκε το παραστατικό (επίπλαστη κατάσταση).

Μάλιστα, για τις δύο τελευταίες περιπτώσεις, εκτός από τη διενέργεια παρακράτησης, ο φορολογούμενος οφείλει προκειμένου να μην εμπίπτει στην μη έκπτωση της δαπάνης, και πριν τη διενέργεια του φορολογικού ελέγχου, να προσκομίσει πλήρη απόδειξη ότι δεν συντρέχουν για τη συγκεκριμένη εταιρεία οι αναφερόμενες κατά περίπτωση συνθήκες.

Τα ερωτηματικά βέβαια που γεννούνται είναι αρκετά.

• Στην υπό διαβούλευση διάταξη περιλαμβάνεται κάθε είδος δαπάνης, είτε πρόκειται για αγορές εμπορευμάτων και ανεξάρτητα μάλιστα αν υπάρχει φυσική διακίνηση αυτών είτε για λήψη υπηρεσιών. Μπορούν άραγε οι φοροελεγκτικοί μηχανισμοί, με τη σημερινή τους δομή, να διεκπεραιώσουν έναν τόσο μεγάλο όγκο ελέγχων, οι οποίοι θα αφορούν το σύνολο των συναλλαγών (ως προς τις δαπάνες) των ελληνικών επιχειρήσεων με Κύπρο και Βουλγαρία για παράδειγμα; Μάλιστα θα πρέπει η όποια απόδειξη του καλώς έχειν των συναλλαγών, άρα κι ο έλεγχος αυτής, να λάβει χώρα σε μικρό χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα εντός δωδεκαμήνου από τη συναλλαγή.

• Αναφέραμε ως παράδειγμα συναλλαγές με δύο κράτη μέλη της Ε.Ε., που λόγω της μεγάλης διαφοράς των φορολογικών συντελεστών με τον δικό μας, είναι εύλογο και πρέπει να αποτελούν αντικείμενο ελέγχου. Όμως, η υποχρέωση παρακράτησης φόρου εν είδει εξασφάλισης, ώστε οι επιχειρήσεις να αυτοοδηγηθούν σε έλεγχο, ίσως και να αποτελεί ακόμα και καταστρατήγηση θεμελιωδών κανόνων της Ε.Ε., καθώς προφανώς και τίθενται θέματα περί ελεύθερου ανταγωνισμού. Καθόλα νόμιμες συναλλαγές με τα συγκεκριμένα κράτη μπορεί να αποφεύγονται, μόνο και μόνο για να αποφεύγεται η καταβολή σημαντικών ποσών στο ελληνικό κράτος ως παρακράτηση. Σωστά λοιπόν να ελεγχθούν αυτές οι συναλλαγές, κάτι που ήδη προβλεπόταν, αλλά ο τρόπος που προτείνεται είναι υπερβολικός και δύσκολα εφαρμόσιμος.

• Το άρθρο 21 του ν. 4174/2013 στο οποίο γίνεται αναφορά, περιλαμβάνονται προϋποθέσεις και χρονικά όρια για τη σύνταξη φακέλου τεκμηρίωσης καθώς και συνοπτική αναφορά του περιεχομένου του φακέλου. Ο φάκελος όμως έπεται τον ετήσιων συναλλαγών, πως λοιπόν δύναται μία συνδεόμενη εταιρεία να έχει συμμορφωθεί πριν τη διενέργεια της συναλλαγής ή την έκδοση του παραστατικού με τις υποχρεώσεις του άρθρου 21. Αναφέρεται απλά στην ύπαρξη παλαιότερου φακέλου ή και στην τιμολογιακή πολιτική κάθε συναλλαγής; Στην δεύτερη περίπτωση κι εφόσον μάλιστα απαιτούνται να προσκομιστούν αποδείξεις για την τήρηση των υποχρεώσεων του εν λόγω άρθρου, οι τιμολογιακές πολιτικές θα πρέπει να είναι καταγεγραμμένες πριν τη γένεση των συναλλαγών;

Μάλλον θα πρέπει να ξαναγραφεί το συγκεκριμένο σημείο, αν μη τι άλλο για να γίνει πιο κατανοητό.

• Σε ό,τι αφορά την τέταρτη περίπτωση δαπανών που κατ’ αρχήν δεν αναγνωρίζονται, ενώ και πάλι δεν είναι λάθος η εστίαση σε τέτοιου είδους συναλλαγές, είναι μάλλον πρακτικά αδύνατος ο προτεινόμενος τρόπος ελέγχου αυτών. Πώς θα καθορίζει μία επιχείρηση ότι μία τρίτη εταιρεία με την οποία συναλλάσσεται, δεν έχει υποδομή για τις συναλλαγές που πραγματοποιεί, ώστε βάσει νόμου να διενεργεί παρακράτηση και να προσκομίσει αποδείξεις και τι θα περιλαμβάνουν αυτές οι αποδείξεις; Ακόμα κι αν στοχεύει στις προφανείς περιπτώσεις, θα πρέπει αυτές να περιγραφούν λεπτομερώς κι αυτό μάλλον είναι δύσκολο ως προς την αντικειμενικότητα.

• Το μεγαλύτερο ερώτημα όμως που τίθεται είναι γιατί η αποδιοργάνωση του ελεγκτικού μηχανισμού, να επιβαρύνει τις επιχειρήσεις με τεράστια κόστη και διαδικασίες, προσπαθώντας να αποδείξουν ότι δεν παρανομούν. Μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις 26% δεν είναι καν το περιθώριο κέρδους, πως είναι δυνατόν να ανταπεξέλθουν οι εταιρείες, σε επίπεδο ταμειακών ροών, σε τόσο μεγάλη παρακράτηση; Άλλο να ελέγχεσαι εις βάθος διατηρώντας όμως το αρχικό δικαίωμα του «τεκμηρίου αθωότητας» κι άλλο να αντιμετωπίζεσαι κατ’ αρχήν ως ένοχος και να καλείσαι να αποδείξεις το αντίθετο. Αυτό είναι μία πρακτική, που ομολογουμένως άρχισε η προηγούμενη διοίκηση και δεν πρέπει να συνεχιστεί.

Πολύ φοβόμαστε ότι εφόσον ψηφιστεί το εν λόγω άρθρο στην παρούσα μορφή, θα οδηγηθούμε είτε σε εγκυκλίους που θα προσπαθούν να ερμηνεύσουν τη διάταξη και θα μεταθέτουν διαρκώς την εφαρμογή της, είτε τελικά ένας ακόμα νόμος θα κριθεί στην πράξη ανεφάρμοστος. Καθώς το νομοσχέδιο βρίσκεται σε διαβούλευση, πολλές αλλαγές δύνανται κι ελπίζουμε να υπάρξουν. Μία από τις μεγαλύτερες αναπτυξιακές μεταρρυθμίσεις που πρέπει να γίνουν, είναι η απλοποίηση και σταθεροποίηση του φορολογικού πλαισίου στην Ελλάδα. Αν είναι πάντως να καταλήξουμε πάλι σε έναν νέο Κ.Φ.Ε., καλύτερα να ξαναγραφεί από την αρχή, παρά δεκάδες νόμων να τροποποιούν μεμονωμένα άρθρα δημιουργώντας ασάφειες κι άρα παραθυράκια.

Πηγή: Taxheaven

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *