Η κρυφή αριθμητική της έκτακτης εισφοράς

Οι ενστάσεις της τρόικας ξεκίνησαν όταν η προηγούμενη κυβέρνηση, στις αρχές του 2014 προχώρησε στην οριζόντια μείωση της εισφοράς αλληλεγγύης κατά 30%. Η μείωση αυτή είχε γίνει μονομερώς από την κυβέρνηση η οποία είχε εκμεταλλευτεί το κύμα εμπιστοσύνης που επέστρεφε στην οικονομία και αποτυπωνόταν στη μείωση των spread και την επανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας.

Οι πληροφορίες από την πλευρά των δανειστών έκαναν λόγο για απαιτήσεις επαναφοράς της εισφοράς στα αρχικά επίπεδα στην περίπτωση που δεν επιβεβαιώνονταν οι προβλέψεις του προϋπολογισμού του 2014 για το σκέλος των εσόδων. Τελικά η αξιολόγηση του προηγούμενου προγράμματος δεν έκλεισε ποτέ, η Ελλάδα οδηγήθηκε σε εκλογές, δημοψήφισμα και τελικά ένα νέο μνημόνιο. Στο περιεχόμενο αυτού του μνημονίου οι θεσμοί δεν παρέλειψαν στο κεφάλαιο των φορολογικών μέτρων να προσθέσουν και την ενσωμάτωση της εισφοράς αλληλεγγύης στις φορολογικές κλίμακες προκειμένου αυτή να νομιμοποιηθεί και να μην αντιμετωπίζεται ως έκτακτη από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία.

Αυτή όμως η πρόβλεψη μπορεί να μοιάζει απλή, αλλά μόνο τέτοια δεν είναι. Και τους λόγους εξηγούν στελέχη του υπουργείου Οικονομικών που έχουν χειριστεί το θέμα της εισφοράς. Η εισφορά, όπως σημειώνουν, είναι ένα από τα μέτρα μαζί με τον ΕΝΦΙΑ που έσωσαν τα τελευταία χρόνια το σκέλος των εσόδων του προϋπολογισμού. Φέρνει κάθε χρόνο στα κρατικά ταμεία το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό του 1,1 δισ. ευρώ.

Η εισπρακτική επιτυχία της εισφοράς οφείλεται σε δυο παραμέτρους, κακές για τους φορολογούμενους, αλλά καλές για τα κρατικά ταμεία. Πρώτον η εισφορά υπολογίζεται με συντελεστή επί του συνόλου του εισοδήματος και όχι κλιμακωτά και δεύτερον επιβάλλεται και σε εισοδήματα τα οποία φορολογούνται αυτοτελώς ή απαλλάσσονται από τη φορολόγηση με τις γενικές διατάξεις.

Όσον αφορά το πρώτο, για παράδειγμα, ένας φορολογούμενος με ετήσιο εισόδημα 60.000 ευρώ καταβάλει εισφορά 4% επί του συνόλου του εισοδήματος, χωρίς αφορολόγητο, δηλαδή 2.400 ευρώ. Αντίστοιχα ένας φορολογούμενος με εισόδημα 10.000 δεν πληρώνει εισφορά επειδή συνολικό εισόδημα έως 12.000 είναι αφορολόγητο.

Όσον αφορά το δεύτερο, επιβαρύνονται με εισφορά εισοδήματα που η φορολόγησή τους έχει εξαντληθεί στην πηγή, όπως για παράδειγμα τα εισοδήματα από τόκους καταθέσεων ή μερίσματα. Τα εισοδήματα αυτά προστίθενται στο συνολικό εισόδημα των φορολογούμενων και βαρύνονται με εισφορά αλληλεγγύης.

Στην περίπτωση κατάργησης της εισφοράς και ενσωμάτωσης των εσόδων της με τη μορφή αύξηση των συντελεστών στις φορολογικές κλίμακες (μισθωτών, επαγγελματιών, ενοικίων) θα χαθούν τα έσοδα από τη φορολόγηση των παραπάνω εισοδημάτων. Στο πλαίσιο αυτό αναζητούνται και οι λύσεις για το μέλλον της εισφοράς, όπως για παράδειγμα, η διατήρησή της αλλά με νέους συντελεστές και κλιμάκια που θα προσομοιάζουν στα κλιμάκια της φορολογικής κλίμακας των μισθωτών. Το τι μέλλει γενέσθαι θα φανεί στη διαπραγμάτευση με τους θεσμούς για το κλείσιμο της πρώτης αξιολόγησης, τις επόμενες εβδομάδες.

 

Πηγή: www.capital.gr

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *