Αυξημένος φόρος περιμένει όσους δεν δικαιολογήσουν το «πόθεν έσχες»

 

Πέναλτι… 38% στο μαύρο χρήμα

Μπλόκο στο «μαύρο χρήμα» με το «πόθεν έσχες» επιχειρεί το υπουργείο Οικονομικών δίνοντας αναλυτικές οδηγίες στις ελεγκτικές αρχές για την επιβολή φόρου με συντελεστή 33% στους φορολογούμενους που δεν μπορούν να δικαιολογήσουν με τις φορολογικές τους δηλώσεις ή με άλλα παραστατικά την κινητή και ακίνητη περιουσία τους όπως καταθέσεις στις τράπεζες, αγορές μετοχών, ομολόγων, αμοιβαίων κεφαλαίων, ακινήτων και υψηλές δαπάνες διαβίωσης.

Σύμφωνα με την εγκύκλιο της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, φόρο 33% θα κληθούν να πληρώσουν οι φορολογούμενοι που υπόκεινται σε έλεγχο του «πόθεν έσχες» και αδυνατούν να δικαιολογήσουν την προέλευση των χρημάτων για την απόκτηση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου. Κι αυτό γιατί κάθε προσαύξηση περιουσίας που έχει προέλθει από παράνομη ή αδικαιολόγητη ή άγνωστη πηγή ή αιτία θεωρείται κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα και φορολογείται με τον συγκεκριμένο συντελεστή.

Ειδικότερα όπως αναφέρεται στην εγκύκλιο:

Προσαύξηση της περιουσίας θεωρείται κινητή ή ακίνητη περιουσία οποιασδήποτε μορφής, όπως οικόπεδα, σπίτια, αυτοκίνητα, σκάφη, αεροσκάφη, τραπεζικές καταθέσεις και πάσης φύσεως χρεόγραφα (μετοχές, ομόλογα, κ.λπ.), η οποία δεν δικαιολογείται από τα εισοδήματα που δηλώνει ο φορολογούμενος.

Ο φορολογούμενος υποχρεούται να προσκομίζει τα νόμιμα δικαιολογητικά για τη δικαιολόγηση προσαύξησης περιουσίας μέσω διάθεσης περιουσιακών στοιχείων ή μέσω απόκτησης εισοδημάτων που στο παρελθόν δεν υπήρχε η υποχρέωση της αναγραφής τους στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων, είτε γιατί ήταν αφορολόγητα είτε γιατί φορολογούνταν με ειδικό τρόπο π.χ. τόκοι.

Στις περιπτώσεις που η προσαύξηση περιουσίας προέρχεται από δωρεά, δανειοδότηση, γονική παροχή, κληρονομιά κ.λπ. πρέπει να ελέγχεται αν υπήρχε η δυνατότητα από τον δωρητή, τον δανειοδότη, τον παρέχοντα, τον κληρονομούμενο να καταβάλει ποσά που επικαλείται ο φορολογούμενος.

Η προσαύξηση της περιουσίας που προκύπτει από τον έλεγχο τραπεζικών λογαριασμών πρέπει να τεκμηριώνεται επαρκώς, καθόσον αναλήψεις και καταθέσεις μπορεί να αφορούν συναλλαγές-κινήσεις που δεν συνιστούν κατ’ ανάγκη φορολογητέο εισόδημα.

Μεταφορές χρηματικών ποσών μεταξύ τραπεζικών λογαριασμών εξετάζονται και διερευνάται ο λόγος που πραγματοποιήθηκαν οι συναλλαγές μεταφοράς των ποσών αυτών αφού προσκομίσει ο φορολογούμενος τα σχετικά έγγραφα. Δηλαδή το θέμα που πρέπει να εξετάζεται δεν είναι ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ ανάληψης και κατάθεσης στον ίδιο ή άλλο τραπεζικό λογαριασμό αλλά αν τα αναληφθέντα ποσά υπερκαλύπτουν δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων ή λοιπών δαπανών, έτσι ώστε να μη δικαιολογούνται μεταγενέστερες καταθέσεις ίσου ή άλλου ποσού στον ίδιο ή άλλο λογαριασμό.

Επιπλέον ο έλεγχος κρίνει και τεκμηριώνει εάν πρόκειται ή όχι για «πρωτογενείς καταθέσεις», δηλαδή για ποσά που προέρχονται από άγνωστη ή μη διαρκή ή μη σταθερή πηγή ή αιτία και δεν προέρχονται από αναλήψεις από άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς.

Βέβαια, ο φορολογούμενος έχει τη δυνατότητα να αποδείξει την πραγματική πηγή ή την αιτία προέλευσης ή ότι η εν λόγω προσαύξηση φορολογήθηκε ή απαλλάχθηκε νόμιμα προσκομίζοντας νόμιμα δικαιολογητικά και έγγραφα.

Πηγή: www.ethnos.gr

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *