Αναφορικά με την προθεσμία κατάρτισης του φακέλου τεκμηρίωσης και την ηλεκτρονική υποβολή του συνοπτικού πίνακα πληροφοριών καθώς και με την ορθή κατά το νόμο χρήση των βάσεων δεδομένων

Κωστής Ν. Ντρούκας, MSc
Οικονομολόγος – Σύμβουλος Επιχειρήσεων  
 
www.transferpricing.gr | www.ellop.gr | www.baddebt.gr

Σκοπός του παρόντος είναι τόσο η ενημέρωση και η επισήμανση σε κάθε ενδιαφερόμενο αναφορικά με την ορθή διαδικασία τεκμηρίωσης των ενδοομιλικών τιμών των συναλλαγών μεταξύ συνδεδεμένων μερών, όσο και η απαραίτητη εφιστούμενη προσοχή προς την Αρμόδια Αρχή για την τήρηση “λογικών” ενδιάμεσων και καταληκτικών ημερομηνιών. Επιπροσθέτως, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι το παρόν αναφέρεται σε τρεις (3) αλληλοσχετιζόμενες υποχρέωσεις.
α) Κατάρτιση Χρηματοοικονομικών Καταστάσεων
β) Κατάρτιση και Υποβολή Φορολογικών Δηλώσεων
γ) Κατάρτιση Φακέλου Τεκμηρίωσης και Υποβολή Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών

Σύμφωνα λοιπόν με την παράγραφο 3 του άρθρου 21 του Ν.4174/2013 “Ο Φάκελος τεκμηρίωσης…………., καταρτίζεται εντός τεσσάρων (4) μηνών από το τέλος του φορολογικού έτους και συνοδεύεται από Συνοπτικό Πίνακα Πληροφοριών, ο οποίος υποβάλλεται ηλεκτρονικά στη Φορολογική Διοίκηση μέσα στην ίδια προθεσμία.”

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι μεθοδολογικά πάντα η κατάρτιση του φακέλου τεκμηρίωσης προηγείται της υποβολής του συνοπτικού πίνακα πληροφοριών. Ο κύριος λόγος είναι ότι οι ενότητες του φακέλου (λειτουργική δραστηριότητα, στρατηγική, κίνδυνοι, φύση και ροή συναλλαγών κ.τ.λ.) αποτελούν σημαντικά στοιχεία τόσο για την ορθή επιλογή της κατάλληλης μεθόδου τεκμηρίωσης, όσο και για την τελική τεκμηρίωση με βάση τα διαθέσιμα εσωτερικά ή εξωτερικά συγκριτικά στοιχεία. Θα πρέπει ουσιαστικά δηλαδή η εκάστοτε εταιρεία να έχει καταλήξει στην τεκμηρίωση της συναλλαγής για να μπορέσει να συμπληρώσει ορθά το σχετικό πεδίο στο συνοπτικό πίνακα πληροφοριών. Ακόμα και στις περιπτώσεις που ο φάκελος καταρτίζεται π.χ. για δεύτερη ή τρίτη χρονιά, η μέθοδος τεκμηρίωσης δύναται να μεταβληθεί αν έχουν μεταβληθεί, είτε οι συνθήκες της αγοράς του εν λόγω κλάδου, είτε οι συνθήκες της ίδιας της συναλλαγής.

Ταυτόχρονα με τα παραπάνω θα πρέπει επίσης να τονιστεί ότι οι προθεσμίες, τόσο της υποβολής των φορολογικών δηλώσεων (παρ. 2, άρθ. 68 Ν.4172/2013)  όσο και της κατάρτισης των χρηματοοικονομικών καταστάσεων (παρ. 3, αρθ. 6 Ν.4308/2014) αφορούν έως και την τελευταία ημέρα του έκτου μήνα από το τέλος του εκάστοτε φορολογικού έτους.

Επίσης, στο πρακτικό πεδίο της τεκμηρίωσης των ενδοομιλικών συναλλαγών είναι σαφές ότι, εκτός ίσως από την πρώτη μέθοδο (της συγκρίσιμης μη ελεγχόμενης τιμής (CUP)), όλες οι υπόλοιπες μέθοδοι απαιτούν την ύπαρξη χρηματοοικονομικών καταστάσεων για την εξεύρεση των βασικών δεικτών (π.χ. Μικτό Περιθώριο (%), MarkUp (%) και EBITDA %) αλλά και επιμέρους δεικτών/παραμέτρων (π.χ. ROCE, διάρθρωσης κεφαλαίων, κυκλοφοριακής ταχύτητας κ.τ.λ.), οι οποίοι δύναται να αποτελέσουν μέτρο σύγκρισης ή και αυτόνομα κριτήρια για τον προσδιορισμό του κατάλληλου δείγματος εσωτερικών ή/και εξωτερικών συγκριτικών στοιχείων.

Εξίσου σημαντικό θεωρείται το γέγονος της ύπαρξης ή μη προκυπτουσών αναμορφώσεων, απορρέουσες από την κατάρτιση του φακέλου τεκμηρίωσης. Το αυτό θεωρείται βασική συνθήκη για την ορθή κατάρτιση της φορολογικής δήλωσης.

Συνεπώς, και συναθροίζοντας όλα τα ανωτέρω, το παρακάτω σχήμα απεικονίζει όλες τις επιμέρους συνθήκες για την ορθή κατάρτιση των σχετικών υποχρεώσεων..

ΕΝΔΟΟΜΙΛ
Είναι προφανές λοιπόν ότι δημιουργείται μία “κυκλική αναφορά” στη διαδικασία κατάρτισης και των τριών υποχρεώσεων, αφού η κάθε επιμέρους διαδικασία εξαρτάται από το εξαγόμενο αποτέλεσμα των υπολοίπων. Συμπερασματικά, η ολοκλήρωση κατάρτισης όλων των ανωτέρω θα πρέπει να αποτελεί ταυτόχρονη διαδικασία τηρώντας καταρχήν την ίδια καταληκτική ημερομηνία.

Επίσης, παρουσιάζεται και ένα επιμέρους πρακτικό ζήτημα αναφορικά με τη χρήση των βάσεων δεδομένων. Σύμφωνα με την παρ. 2 της ΠΟΛ.1227/1.10.2015, ισχύει ότι: “Αν, για την αναζήτηση συγκριτικών στοιχείων, χρησιμοποιούνται τράπεζες πληροφοριών, η αναζήτηση θα γίνεται στις εκδόσεις που είναι διαθέσιμες κατά το διάστημα από τους δύο τελευταίους μήνες του εξεταζόμενου φορολογικού έτους και μέχρι τη λήξη της προθεσμίας υποβολής του συνοπτικού πίνακα πληροφοριών του άρθρου 21 παρ.3 του ν.4174/2013 και όχι με προγενέστερες ή μεταγενέστερες εκδόσεις.”

Δηλαδή, για μια επιχείρηση με διαχειριστική χρήση 1/1-31/12/2015, η αναζήτηση των σχετικών συγκριτικών στοιχείων, μέσω βάσεων δεδομένων, θα πρέπει να αναφέρεται σε εκδόσεις που είναι διαθέσιμες από 1η Νοεμβρίου 2015 έως και την 30η Απριλίου 2016. Παρόλα αυτά όμως, στις περισσότερες βάσεις δεδομένων που διαθέτουν επαρκή στοιχεία για την ελληνική οικονομία/επιχειρηματικότητα δεν υπάρχει η “λογική” της έκδοσης. Οι εν λόγω βάσεις επικαιροποιούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα αφαιρώντας ουσιαστικά τη δυνατότητα εξαγωγής στοιχείων σε προγενέστερη, της επικαιροποίησης, ημερομηνία.

Συμπερασματικά, σε τυχόν έλεγχο φακέλου τεκμηρίωσης μετά από κάποιο εύλογο χρονικό διάστημα δεν θα υπάρχει η δυνατότητα προσδιορισμού του ίδιου δείγματος από τη Φορολογική Αρχή ακόμα και αν λάβει υπόψη της τα ίδια κριτήρια με τα οποία διεξήχθη η αρχική έρευνα. Αυτό φυσικά δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να αποτελεί κριτήριο απόρριψης του αρχικού δείγματος.

Εν κατακλείδι, για την ορθή κατάρτιση και υποβολή των παραπάνω υποχρεώσεων θα πρέπει αφενός μεν χρονολογικά να έχουν την ίδια καταληκτική ημερομηνία, αφετέρου δε η Φορολογική Αρχή να επαναξετάσει το θέμα της έκδοσης των βάσεων δεδομένων και να δώσει μία ουσιαστική λύση, η οποία να είναι εναρμονισμένη τόσο με την διαθεσιμότητα βάσεων στην Ελληνική αγορά, όσο και με τη μείωση του διοικητικού κόστους κατάρτισης των φακέλων τεκμηρίωσης τιμών ενδοομιλικών συναλλαγών.

 

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *